Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2007

Το πτώμα μου που δε μπορώ να πληρώσω


τα θυμωμένα αυτοκίνητα ασθμαίνουν τους θύλακες της αναπνοής/Σάββατο βράδυ όπως στερεονόβα σε άδειο μπουκάλι/κάνει κρύο απόψε/ψυχρός αέρας τρυπάει τα άδεια σου χέρια/ένας παράλογος φόβος φώλιασε κάτω απ'το στήθος/το βλέμμα της απειλής έχει ξυρισμένο κεφάλι/κατεβαίνεις επιπόλαια τα σκαλοπάτια της ανάγκης/ακαριαία τα μέλη σου παγώνουν από το επίμονο μάτι του θηρευτή/ήταν πάντα εκεί/στην άκρη του τοίχου σαν παλιό ρολόι/μετράει τον χρόνο που απομένει στη χώρα της τηλεοπτικής δημοκρατίας/πρέπει να φωνάξει την κυριαρχία του/από τους πόρους της ύπαρξης του αποπνέει βία/την βία που χρησιμοποιείται εδώ γιά να καλύψει το κενό της ανικανότητας/μιά ανικανότητα που σφαδάζει πίσω από το προτεταμένο ύφος/ύφος του τσαμπουκά στο μαγαζί του τσαμπουκά,η χώρα αυτη ό,τι κέρδισε το κέρδισε με το σπαθί της/γιά την Ελλάδα ρε γαμώτο/σάπια λουλούδια σε σάπια δόντια,γιά μια ηθική σε σήψη/ηθική του πάλκου και της γαρδένιας/πληρώνω το πτώμα μου άρα υπάρχω/αποτελώ αδιάσειστο στοιχείο της στατιστικής/διαρκής ταπείνωση στον στίβο της αναγνώρισης/μαχόμενος ώς κάποιος άλλος για τα κεκτημένα/ενεργός πολίτης κι όχι φραπεδόμαγκας/ο καναπές απέναντι στη μολότωφ/στο ενδιάμεσο ο χώρος της αλήθειας/η φωνή του ευσυνείδητου:αμβλύνοια που σου τρυπάει τα νεύρα
θα σηκωθώ από το πεζοδρόμιο/όταν τα άρβυλα σου πάψουν τη φλυαρία τους πάνω στο ιδρωμένο μου πρόσωπο/όταν οι γροθιές σου ανακαλύψουν το σχήμα που ορίζεις γιά το κρανίο μου/από τα πρησμένα μάτια μου χαθεί η εφιαλτική σου εικόνα
θα σηκωθώ ουρλιάζοντας το όνομα σου/η Κορομηλά να σηκωθεί στο πόδι/6:00 το πρωί Κυριακής/θα πάρω στο τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη της νύχτας/να φέρει πίσω στην πατρίδα μου/το πτώμα μου που δε μπορώ να πληρώσω

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

MhTέρΑ η μΈρa πΟυ ΈμεΙΝαι ΜΟνΗ

...τα λουλούδια ανθίζουνε κάτω από το νεκρό παράθυρο της υπομονής μου/στο δρόμο το άτομο στρώνει τις σάρκες του στο κενό τοπίο να περάσει ο αμφίθυμος νέος της ανυπομονησίας/ηθικός νάνος η πληγή ζωγραφίζει στους τοίχους το έρεισμα που της λείπει/θα σηκωθώ από την ακινησία να αντικρύσω την αέναη κίνηση των μολυβιών πάνω στις σάπιες καρδιές του φθινοπώρου/είμαι ο λοβοτόμος μου και με κατατομώ/σε μια απέλπιδα προσπάθεια αποδόμησης του "τί θέλω εδω κάτω,εγώ είμαι το φώς/τις στιγμές της αβύσσου πνίγεις βουνά από παγωτό υψώνοντας το φρύδι του σαρκασμού στην αντίπερα όχθη/ποτέ από έπαρση τα δηκτικά σχόλια του ύπνου δέν ξύπνησαν κανέναν/τώρα στο τραπέζι στέκει μόνο ένας βουβός αναπτήρας-μάρτυρας της μοναξιάς της λεπίδας με βαμβάκι/από το βάθος μελαγχολικά καταφθάνει η υπόγεια μελωδία της πίστας που έχει κιόλας χαθεί/η απώλεια στο repeat υπενθυμίζει την ανακοπή της στιγμής σε αδύναμη καρδιά ματζόρε/πνίγεις τα δάκρυα που θέλεις με μεθυσμένη ακοή σε αναποδογυρισμένο ψυγείο μέσα του θα βρείς την κατοχή του αφόρητου ύψους/εκεί να πηδήξεις στο χώμα να βρεθείς κλείνοντας τά μάτια στον ουρανό του αστείου/οι γιατροί επικοινωνούν με τους οικείους το θέμα δεν σε αφορά μάταια τραβάμε τη βαλίτσα του δρόμου/η επικοινωνία έχει χαθεί γιατί κάποια λοίμωξη βασανίζει το θυμικό/στό στήθος φέρνει το χέρι να δώσει σχήμα στον λόγο του που διαφεύγει άμορφος από το ξεκούμπωτο σακάκι/έχεις μία λεξη εδώ στην άκρη των χειλιών να σου προσφέρω ένα χέρι να καθαρίσεις γιά πάντα/στο τραπέζι της ανάλυσης κατατίθεται η ψυχή να της αφαιρέσουν τους callus/κλαδί με νοσηρούς ρόζους πάνω στο δέντρο της υποταγής θα κοπείς γιά να καείς στην πυρά της μετάβασης από το ένα κείμενο ο άλλος/το χρώμα να κάνεις στάχτη στο πρόσωπο τα σημάδια της διαφορετικότητας δεν κάνουν BANG/είναι το άδειο δωμάτιο που κρυώνει,μή φοβάσαι ήταν και δική μου μητέρα η μέρα που έμεινε μόνη/μή κρυώνεις κάνει ζέστη εδώ/είναι ο στεναγμός μου...