Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Ο λόφος που έχασε την σκιά του


επιστροφή στο σπίτι, το βλέμμα μου συγκρούεται κάθε φορά με τα κλαδιά του διώκτη μου/συναντώ την προσπάθεια που καταβάλει η φύση να αποβάλει το παράσιτο της διέλευσης μου/προειδοποίηση της επερχόμενης εξόδου κι ένας χρόνος που μετράει αντίστροφα/για πόσο ακόμα θα αντιστέκομαι στο όριο πριν την πτώση;/μια άμορφη μάζα προσμένει στο όριο της αντίστασης να ενδυθεί ό, τι αποδίδεται στην μορφή/κομμάτια της απουσίας σε τροχιά γύρω από τον φόβο της σύγκρουσης/στη συντήρηση εξιδανικεύεται η πορεία κατακτώντας το έλλειμμα από μια θέση βαρύτονης απληστίας/επιταχύνω σε μιαν ακατάληπτη ευθεία συντονίζοντας την ακοή μου με τον συριγμό του δρεπανιού πάνω από ένα κρανίο που ξυρίζεται αδιάκοπα/η μυρωδιά της σκόνης καθώς καίγεται κατά την εκπυρσοκρότηση του ελιγμού πριν το επόμενο τέλος/ο καπνός που αφήνει πίσω της η οικειότητα/το γυμνό χάδι του πεπερασμένου επάνω στον λαιμό του εφησυχασμού/όλα, όπως ψίθυρος και φόβος με τη βεβαιότητα της απερχόμενης επαφής/μεθυσμένα δάχτυλα στο τιμόνι της αδιάκοπης καταδίωξης της σκιάς του ανθρώπου που επιστρέφει στο σπίτι δίχως ενοχές έμπλεος από μια δίκαιη λοβοτομή στις επάλξεις της παραγωγικής διαδικασίας-παράγοντας ατόφιο βόμβο να γεμίσει τις ψυχές 980.003 ημιφωτισμένων κιβωτίων με δεμένες τις χειρολαβές στους γάντζους των ανήσυχων πνευμάτων σε σήψη=τής κατανάλωσης όπως βράδυ όπως κάθε κάτι όποτε γυρίζω να κοιτάξω και δεν είναι κανείς(ίσως εκείνος μόνο ο ίσκιος που έχασε τα κλαδιά του)μόνος όπως ο ουρανός πάνω σε μια επίπεδη γη που δεν είναι κάμπος/να ξεχαστώ ώστε να θυμηθώ πως κατέληξε η επιλογή σε οριστική διαγραφή της κρίσης-ο δρόμος της επιστροφής πάνω στο δέρμα του φιδίου τυλίγοντας ένα πόνυ=ο καλπασμός του ιριδισμού στην ράχη της θάλασσας-είσαι γελοίος όταν φτύνεις στα γράμματα(ελπίδα να λερώσω με τα χέρια μου τον χώρο στάθμευσης της εγκαρτέρησης_όχι άλλα πτώματα, please θα σε πάω στο πάρκο να καταπίεις τον αέρα που ρουφάει το πίσω μέρος της καρδιάς σου...