Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Μέρος p(ρώτο)


Πίσω από το διαχωριστικό τζάμι-καθρέφτη τα μάτια του με παρατηρούν, μπορώ να αισθανθώ το εξεταστικό βλέμμα του πάνω μου, τα μάτια του να σχολιάζουν την παρουσία μου εδώ, στην πλευρά της ανυποψίαστης καθημερινότητας, καθώς η διαδικασία της εξέτασης ολοκληρώνεται με την περισυλλογή των τελευταίων ανακλαστικών εκλάμψεων τού υποκειμένου, το οποίο παρεμπιπτόντως δεν αναγνωρίζει το είδωλό του ίσως γιατί η λειτουργία της αναγνώρισης των εξωτερικών χαρακτηριστικών της οικειότητας δεν έχει προς το παρόν οριστεί αποτελεσματικά, τα χέρια του καθώς σημειώνουν στον κόκκινο φάκελο τα προς ανάλυση δεδομένα, τη μυρωδιά του πρωινού ξυρίσματος να απλώνεται στον ανακλώμενο χώρο, το βλέμμα του αποστασιοποιημένο διαπερνά ή απλώς εγκλωβίζεται στο μεσοδιάστημα της αναγνώρισης αλλά ποτέ δεν εφάπτεται, δεν ταυτίζεται με αυτό που άλλο δεν είναι από τον αντιπερισπασμό που θέτει ο παρατηρητής του με σκοπό την απρόσκοπτη μελέτη των αντιδράσεων του υποκειμένου σε εξωτερικά, μη υποκειμενικά ερεθίσματα όπως είναι η άντληση του φόβου από ένα δοχείο οικείας προσέγγισης, κι ενώ αναγνωρίζει τη δυσμενή θέση στην οποία έχει περιέλθει, με το βλέμμα καρφωμένο -όπως η ομπρέλα στην άμμο εκείνο το καλοκαίρι που η μιζέρια της κατά συνθήκη παρέας μεταφερόταν από πλαζ σε πλαζ- στον κίβδηλο καθρέφτη-μεταίχμιο της αποδοχής ενός ειδώλου που τελεί σε άγνοια καθώς η ακινησία ίσως είναι συνέπεια μίας εγρήγορσης που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από εμάς, πίσω από την εικονικά ανακλαστική επιφάνεια, το βουλιμικό βλέμμα του παρατηρητή καθώς διεγείρεται από τον δείκτη του υποκειμένου που διαγράφει στον αέρα το προφίλ ενός φανταστικού διώκτη, πρωί, κάτω από το θαμπό φως του αέρα που λιώνει, με το πρόσωπο βουτηγμένο στην πυκνή αχλύ της χθες ήταν γιορτή επειδή νύχτωσε μέσα στο άδειο δωμάτιο της σκόνης πλυντηρίου 45 κατασκευαστών στιγμών των τριών δευτερολέπτων σε κλειστούς λαβύρινθους που δίνουν νόημα στη φιάλη που κρατάει τα δόντια σου σε ετοιμότητα για το τελικό χτύπημα της υγιεινής διατροφής με φόντο τα σκουλήκια που λείχουν πλαστικά πρόσωπα, κατασκευασμένες μύτες, κομμάτια της εμπειρίας, με στυλ, ριγμένα στον ώμο να ξαποστάσουν από το μακρύ ταξίδι της προβολής σε συρμούς των τεσσάρων μέτρων για τα μάτια μίας αδιάβροχης απλότητας που διαρκεί περισσότερο από τα κοινά χαμόγελα μίας χρήσης, τώρα τα χέρια στα γόνατα σαν για να πάψουν να γονατίζουν τα πρόσωπα μέσα στα μάτια, καθώς άδικα πίνουν από το παράθυρο-καθρέφτη την νευρική σε ακινησία υπόσταση του ασθενούς φίλου.
Το κομμάτι του πάγου ανάμεσα, ακούει τον άλλο καθαρά εντός του τέλους της ακοής του, τη φωνή που ξεχάστηκε, με ένα ποτήρι νερό, συνοδεία στο μπάνιο, τα δόντια του στο νιπτήρα χαμογελούν μειλίχια κάτω από το πράσινο φως της απολύμανσης, πίσω από τον πάγο εκείνος, μέσα του τα σύνθετα χάδια της οικειότητας σε ιδιοτέλεια, να μου δώσεις τους φόβους σου, να ερευνήσω στα περιττώματα της συνήθειας για τυχόν επιπλοκές, το υπάρχω όπως δεν το έχετε ξαναδεί, με τα μάτια της καθόδου από ένα όχημα διαφυγής, τα καλύτερα χρόνια σε επαγγελματικά ψυγεία δίπλα σε παρθένες εικόνες ορθόδοξης διαύγειας, κι ενώ η παρουσία όλων κρίνεται απαραίτητη, θυμάται πως αυτό είναι το όνομα του, απαραίτητα και εδώ, τώρα που ο καθένας ξαποσταίνει στην σκιά του εαυτού του, όπως αν είχαν ουρές και τις κατάπιναν, εγκαταλείπει το σώμα του για ένα καλύτερο αύριο, για ένα παρόν

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Μέρος πρώτο


Πίσω από το διαχωριστικό τζάμι-καθρέφτη τα μάτια του με παρατηρούν, μπορώ να αισθανθώ το εξεταστικό βλέμμα του πάνω μου, τα μάτια του να σχολιάζουν την παρουσία μου εδώ, στην πλευρά της ανυποψίαστης καθημερινότητας, καθώς η διαδικασία της εξέτασης ολοκληρώνεται με την περισυλλογή των τελευταίων ανακλαστικών εκλάμψεων τού υποκειμένου, το οποίο παρεμπιπτόντως δεν αναγνωρίζει το είδωλό του ίσως γιατί η λειτουργία της αναγνώρισης των εξωτερικών χαρακτηριστικών της οικειότητας δεν έχει προς το παρόν οριστεί αποτελεσματικά, τα χέρια του καθώς σημειώνουν στον κόκκινο φάκελο τα προς ανάλυση δεδομένα, τη μυρωδιά του πρωινού ξυρίσματος να απλώνεται στον ανακλώμενο χώρο, το βλέμμα του αποστασιοποιημένο διαπερνά ή απλώς εγκλωβίζεται στο μεσοδιάστημα της αναγνώρισης αλλά ποτέ δεν εφάπτεται, δεν ταυτίζεται με αυτό που άλλο δεν είναι από τον αντιπερισπασμό που θέτει ο παρατηρητής του με σκοπό την απρόσκοπτη μελέτη των αντιδράσεων του υποκειμένου σε εξωτερικά, μη υποκειμενικά ερεθίσματα όπως είναι η άντληση του φόβου από ένα δοχείο οικείας προσέγγισης, κι ενώ αναγνωρίζει τη δυσμενή θέση στην οποία έχει περιέλθει, με το βλέμμα καρφωμένο -όπως η ομπρέλα στην άμμο εκείνο το καλοκαίρι που η μιζέρια της κατά συνθήκη παρέας μεταφερόταν από πλαζ σε πλαζ- στον κίβδηλο καθρέφτη-μεταίχμιο της αποδοχής ενός ειδώλου που τελεί σε άγνοια καθώς η ακινησία ίσως είναι συνέπεια μίας εγρήγορσης που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από εμάς

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

ΑΝτιμετωπίΖοντας ιδανικά ανειδίκευτες ΠΑΡΑδοξότητες


Στον ουρανό συνάντησε ένα δόντι, την πτώση του οποίου έντυσε με κίτρινες κραυγές. Ο ουρανός ήταν πράσσεινος όπως πράσσεινος ήταν κι ο ορίζοντας, στα χέρια του έφερε τα δώρα της άγνοιας, πέτρες, μισοφαγωμένους λαμπτήρες υγρής πυράκτωσης, και την διαυγή φωνή του κονιάκ 3οών αστέρων του Ματζέστικ -πριν την οριστική απαλλοτρίωση του από τα τετράποδα Α’ κατηγορίας που συνηθίζουν να κάνουν την ανάγκη τους σε χώρους με μακριά μαλλιά και μία υποψία αυτονομημένης υπεροπτικής μιζέριας. Με όποια διάθεση βρισκότανε εύκαιρη σκάλιζε τη μύτη του για να καλλιεργήσει ιδέες που σκοπό είχαν την ανατροπή της ιδέας που έλεγε ότι οι μεγάλες ιδέες απαιτούν καλλιεργημένες μύτες.

Στη γη συνάντησε το χώμα που έφτυσε αίμα για να τον χτίσει, και με μία χούφτα της έμπνευσης, γέμισε το στόμα του με τους κόκκους της ύπαρξης που αγνοήθηκαν. Με ό,τι περίσσεψε έστησε ένα τοτέμ της πίστης ανυπεράσπιστων μυρμηγκιών που ζούνε με φωνήεντα σε διάταση στον πάτο επιτηδευμένων θεών της μίμησης της τροχιάς αστεριών που αγνοήθηκαν πριν την εξύψωση τους στον ουρανό της ηλεκτρονικής αυλής, η οποία τρίζει τον ύπνο της στα δόντια της νύχτας καθώς τα μηρυκαστικά της ισχύουσας ροπής του δίσκου που αποκαλείται σελήνη, στήνουν με το βόμβο των γνάθων τους, τη σκηνή της εμπλεκόμενης με την παρόρμηση της αυτοαναίρεσης της συνύπαρξης ετεροτήτων που διακρίνονται στο σπορ της υπερκατανάλωσης αταξικού χρόνου.

Στο πιάνο έπαιζε όπως πάντα ο Sam, το ουίσκι άνοιγε λαίμαργα τρύπες στον μεταιχμιακό πάγο της σιγής πριν τον τριγμό της κατάρρευσης της δοξασίας που θέλει το μπάρμαν να ακούει τις σκέψεις που ψιθυρίζονται υπό τη γρήγορη σκιά της υπό διαπραγμάτευση συσχέτισης άνευρων στίχων, και η πόρτα έκλεισε πίσω της, τον άδειο δρόμο, με θόρυβο μην τυχόν ξημερώσει με καυτό τυρί σε χυμένη Mc Farland.

Για να περάσει απέναντι χάρισε τα καινούρια του παπούτσια σε έναν ζητιάνο χωρίς πόδια.

Εκείνος σηκώθηκε, κοίταξε στον ουρανό ένα δόντι, και με τα καινούρια του παπούτσια πέταξε ψηλά…