
Είμαι ένας άνθρωπος, όμως δεν είναι άνθρωπος αυτό που είμαι.
Είμαι κακός, εάν ήμουν άνθρωπος θα ήμουνα καλός, θα ήμουν ένας άνθρωπος.
Νομίζω ότι κοιτάζω ψηλά, αυτό ναι, θα με έκανε άνθρωπο, όμως δεν κοιτάζω ψηλά.
Έχω το ένα μάτι καρφωμένο στην άμμο, με το άλλο, σε στάση αναμονής, γλείφω τις πληγές μου. Ίσως το ότι γλείφω ακόμη τις πληγές μου, να είναι αυτό που δεν είναι άνθρωπος.
Σε ένα από τα σπίτια, ίσως της ανατροφής, ακινητοποιήθηκε η σκιά μου, υπό το βάρος μιας αδυσώπητης απώθησης, στον πάτο της ύπαρξης. Ο άνθρωπος συνεθλίβει από την ανοίκεια βία της εισφοράς στην θαλπωρή, τα απομεινάρια της πορσελάνης, από το σπασμένο πιάτο της πρώτης άρνησης, στο πάτωμα, αποδεικνύουν τη ματαιότητα της απόπειρας για την ομαλή μετάβαση στο πεπερασμένο.
Ο «δεν είναι άνθρωπος αυτό που είμαι» μεταφέρει στο διηνεκές-σε έναν μη γραμμικό χρόνο, όπου κάθε στιγμή είναι μια, η πρωταρχική- το παράτολμο σχέδιο της διαφυγής από την εφεύρεση του Μορέλ, σε μια ακολουθία της οποίας τα χαρακτηριστικά προσιδιάζουν με εκείνα της βελόνας του πικάπ που κολλάει πάντα στο ίδιο αυλάκι του δίσκου, χωρίς ορατή την πιθανότητα του απεγκλωβισμού της.
Η δροσιά του πρωινού νερού στο πρόσωπο, χαράσσει στο κάτω μέρος των βλεφάρων τα βήματα ταλαιπωρημένων εξορμήσεων σε εκείνη την πλευρά της νύχτας που επισκιάζεται από την λήθη της μέθης, κλωστές που υφαίνουν τον ιστό της επόμενης μέρας, της παγιδευμένης στο γκρίζο υφαντό της ενοχής.
Εάν ήμουν άνθρωπος, ο δρόμος θα ξαγρυπνούσε τα χιλιόμετρα του εμφορούμενος από την ακτινοβολία της επιθυμίας μου να βαδίσω, εδώ, ο δρόμος είναι απειλή, τα χιλιόμετρα του μαστιγώνουν την επιθυμία μου να υπάρξω.
Το να κρύβω τα χέρια μου στις τσέπες, αναζητώντας με τις άκρες των δαχτύλων την επαφή με τα όπλα της υπεράσπισης, σε κάθε φανταστική αντιπαράθεση, σηματοδοτεί την έναρξη της παράνοιας που διέπει την λογική των συναναστροφών μου. Εάν ήμουν άνθρωπος, θα γνώριζα ότι κανείς δεν μπορεί να με βλάψει περισσότερο από τον εαυτό μου, ότι ο χώρος που μεσολαβεί, το διάστημα που με χωρίζει από τον άλλον, αποτελεί την εικονική αναπλήρωση της συνενοχής, που μέσω της αμφότερης πρότασης των χεριών, οδηγεί στην παραδοχή της ύπαρξης.
Εάν ήμουν άνθρωπος, δεν θα χρειαζόταν να γράψω ότι δεν είμαι άνθρωπος.
Θα ήμουνα χώμα κι από χώμα ό,τι δικό μου...