
Εδώ
Εκείνος που πιστεύει
Μεταξύ
συνεκδοχής και βαριάς ήττας
…δεν ξέρω αν πρέπει να σου γράψω, άλλωστε δεν υπάρχεις, ή κι αν ακόμη υπήρχες τί θα μπορούσα να σου γράψω; Εγώ, ένας άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερη ικανότητα, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την επικοινωνία, αλλά ειδικά μιλώντας, στην ικανότητα να περιγράψω το χάος μέσα στο οποίο θα κληθείς να ζήσεις. Δεν γνωρίζω τι είσαι, από που έρχεσαι και σε τι ελπίζεις.
… νομίζω ότι είμαι ό,τι χειρότερο μπορεί να σου τύχει, το ανακόλουθο τέλμα στην αλληλουχία της διαπαιδαγώγησης, ένα βραχυκύκλωμα στο κύκλωμα της ζωής.
... θα είμαι συνεπείς στις υποχρεώσεις μου όπως ένας διακόπτης, όμως τι νόημα θά’ χει αυτό όταν δεν θα μπορώ να σε ακούσω, να αναγνωρίσω πίσω από το κλάμα σου τις επικλήσεις στον άγνωστο-κατά συνθήκη-θεό, τα «κακά» χωρίς νόημα;
... για να κοιμηθείς θα σου διαβάζω Μπέκετ, για να ξυπνάς θα σου τραγουδώ Αγγελάκα, καθώς θα κυλάνε τα παιχνίδια σου, θα σου φτιάχνω έναν κόσμο από δάκρυα και χώμα, θα ακονίζω τα μαχαίρια σου για φόνο, γιατί θα πρέπει να με σκοτώσεις για να ζήσεις.
... εγώ, όπως κανείς άλλος, δεν πιστεύω στην διαιώνιση των ειδών, αλλά με έναν τρόπο μακάβριο σε αγαπώ, χρειάζομαι την παρουσία σου για να συνεχίσω να υπάρχω μέχρι το τέλος αμιγής, πλήρης όπως λέμε ημερών, με το βλέμμα της συνέχειας καρφωμένο στο μέτωπο.
... ταυτίζοντας την ελπίδα με τον ίσκιο της παρουσίας σου, στην υποσχόμενη αυταπάρνηση και το νόημα των αργιών, θα διασχίσω τα εργαστήρια βιοτεχνολογίας και τις αίθουσες αναμονής των μικρών ανθρώπων σε παύση, ώστε να αντιπαρέλθω την μειονεξία μου, την ανικανότητα μου να μοιράζομαι.
... η μάνα μου μας μεγάλωσε με το cosmopolitan και από πολύ νωρίς μάθαμε να διακρίνουμε το καλό λάδι. Ο γυαλιστερός τύπος που μας χτύπησε την πόρτα δεν ήρθε για τα ασημικά, είχε βάλει στο μάτι το κλήμα που δεν το έφαγε ο γάιδαρος. Τα δέντρα για να μεγαλώσουν ήθελαν παρέα και το αζιμούθιο στο κασετόφωνο χρειαζόταν ρύθμιση, αλλά ήταν κιόλας αργά, το σχολείο δεύτερης ευκαιρίας αφαίρεσε την ευκαιρία.
Ενώ φοβάμαι, στέκομαι.
Θα με αγαπήσεις;
Ο κόσμος μου... θα σε τρομάξει;